Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχετίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος σχετίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σχετίζομαι

  1. συνδέομαι λογικά ή αιτιολογικά με κάτι, έχω σχέση
    Ίσως ένας άγνωστος ιός σχετίζεται με την εμφάνιση της επιδημίας.
  2. (σπανιότερα) συνδέομαι κοινωνικά ή φιλικά με κάποιον, έχω κοινωνική ή φιλική σχέση

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία