Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλικά < φιλικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

φιλικά

  1. με φιλικό τρόπο
  2. (ειδικότερα) με φιλικό και όχι ερωτικό τρόπο ή σκοπό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

φιλικά