Άνοιγμα κυρίου μενού

Βικιλεξικό β

συσχετίζω

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συσχετίζω < (η λέξη μαρτυρείται από το 1854) συν + σχέση + -ίζω, μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική corréler

  ΡήμαΕπεξεργασία

συσχετίζω

Ο αρχαιολόγος συσχέτισε τα θραύσματα αναγλύφου που βρέθηκαν στην ανασκαφή με την επιτύμβια στήλη που είχε έρθει στο φως το προηγούμενο έτος.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία