Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ένοπλος ένοπλη ένοπλο
γενική ένοπλου ένοπλης ένοπλου
αιτιατική ένοπλο ένοπλη ένοπλο
κλητική ένοπλε ένοπλη ένοπλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ένοπλοι ένοπλες ένοπλα
γενική ένοπλων ένοπλων ένοπλων
αιτιατική ένοπλους ένοπλες ένοπλα
κλητική ένοπλοι ένοπλες ένοπλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένοπλος < εν + όπλο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ένοπλος, -η, -ο

  1. το αρσενικό ως ουσ. Ο ένοπλοςδείτε τη λέξη: .
    τρεις ένοπλοι εισέβαλαν στην τράπεζα και τη λήστεψαν
  2. (για ενέργειες) που γίνεται με τη χρήση όπλων
    ένοπλη πάλη

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο ένοπλος οι ένοπλοι
γενική του ενόπλου των ενόπλων
αιτιατική τον ένοπλο τους ενόπλους
κλητική ένοπλε ένοπλοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένοπλος< αρσενικό του επιθέτου ένοπλος ως ουσ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ένοπλος αρσενικό

  1. εκείνος που φέρει όπλο.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία