Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άβραστος άβραστη άβραστο
γενική άβραστου άβραστης άβραστου
αιτιατική άβραστο άβραστη άβραστο
κλητική άβραστε άβραστη άβραστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβραστοι άβραστες άβραστα
γενική άβραστων άβραστων άβραστων
αιτιατική άβραστους άβραστες άβραστα
κλητική άβραστοι άβραστες άβραστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άβραστος < α- + βραστός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.vɾa.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈa.vɾa.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈa.vɾa.stɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άβραστος , -η , -ο

  1. που δεν έχει βράσει καλά
    τα φασόλια είναι ακόμη άβραστα
  2. που δεν έχει βραστεί καθόλου, ωμός
    έχω το κρέας άβραστο
  3. (οινοπ.) που δεν έχει υποστεί ζύμωση
    ο μούστος είναι ακόμη άβραστος, μόλις τον βάλαμε στο βαρέλι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία