Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ᾰπᾰντ-
ονομαστική      ἅπᾱς      ἅπᾱσ      ἅπᾰν
      γενική ἅπᾰντος ἁπᾱ́σης ἅπᾰντος
      δοτική ἅπᾰντ ἁπᾱ́σ ἅπᾰντ
    αιτιατική ἅπᾰντ ἅπᾱσᾰν ἅπᾰν
     κλητική ! ἅπᾱς ἅπᾱσ ἅπᾰν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική      ἅπᾰντες      ἅπᾱσαι      ἅπᾰντ
      γενική ἁπᾰ́ντων ἁπᾱσῶν ἁπᾰ́ντων
      δοτική ἅπᾱσῐ(ν) ἁπᾱ́σαις ἅπᾱσῐ(ν)
    αιτιατική ἅπᾰντᾰς ἁπᾱ́σᾱς ἅπᾰντ
     κλητική ! ἅπᾰντες ἅπᾱσαι ἅπᾰντ
Κλίνεται κατά τη μετοχή «λύσας».
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
Χωρίς δυϊκό αριθμό.
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'σύμπας' όπως «σύμπας» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

ἅπας < ἅ- αθροιστικό + πᾶς

  Επίθετο επεξεργασία

ἅπας

Συγγενικά επεξεργασία

→ δείτε τη λέξη πᾶς, πᾶσα, πᾶν

  Πηγές επεξεργασία