Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολόκληρος < αρχαία ελληνική ὁλόκληρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ολόκληρος αρσενικό (πληθυντικός ολόκληροι)

  1. όλος, σε αντιδιαστολή προς εκείνο που ίσως του λείπει ένα κομμάτι ή για έμφαση
    • αναδημοσίευσαν ολόκληρο το άρθρο
    • βάλε ένα κρεμμύδι ολόκληρο
    • είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου
  2. (μεταφορικά) δυσανάλογος προς κάτι, όταν θέλει κάποιος να υπογραμμιστεί η υπερβολή σε σχέση με το αναμενόμενο ή μια σημαντική διαφορά σε κάποια μεγέθη (όγκου, κατάταξης στην κοινωνική ιεραρχία κ.λπ.)
    • έφαγε ένα ολόκληρο αρνί στην καθισιά του!
    • θα κινήσεις ολόκληρη διαδικασία για μια γελοία υπόθεση!
    • πώς καταδέχτηκες να τσακωθείς με ένα παιδάκι ολόκληρος άνθρωπος;
    • έδωσες μια ολόκληρη περιουσία για ένα φόρεμα;
    • ολόκληρη πλαζ υπάρχει για να βρείτε κάπου που σας αρέσει να κάτσετε

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία