Δείτε επίσης: ὁλο-

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολο- < ελληνιστική κοινή ὁλ(ο)- < αρχαία ελληνική ὅλος
(για επιστημονικούς όρους) λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία holo- [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /o.lo/

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

ολο-, ολό- (και ολ- όταν ακολουθούσε φωνήεν σε παλαιά σύνθετα)

(επιτατικό) πρώτο συνθετικό λέξεων που

  1. επιτείνει τη σημασία του επιθέτου που είναι δεύτερο συνθετικό
    ολόγυμνος
    ολάνθιστος
     συνώνυμα: κατα-, θεο-
  2. δηλώνει αποκλειστικά το χρώμα του δεύτερου συνθετικού
    ολόμαυρος
  3. δηλώνει αποκλειστικά το υλικό του δεύτερου συνθετικού
    ολόχρυσος
  4. καλύπτει ή αναφέρεται σε ολόκληρη την επιφάνεια ή χρονική διάρκεια του δεύτερου συνθετικού
    ολοσέλιδος
    ολοήμερος
  5. (επιστημονικοί όροι)
    ολόγραμμα < γαλλική hologramme

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία