Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ολόχρυσος ολόχρυση ολόχρυσο
γενική ολόχρυσου ολόχρυσης ολόχρυσου
αιτιατική ολόχρυσο ολόχρυση ολόχρυσο
κλητική ολόχρυσε ολόχρυση ολόχρυσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ολόχρυσοι ολόχρυσες ολόχρυσα
γενική ολόχρυσων ολόχρυσων ολόχρυσων
αιτιατική ολόχρυσους ολόχρυσες ολόχρυσα
κλητική ολόχρυσοι ολόχρυσες ολόχρυσα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολόχρυσος < αρχαία ελληνική ὁλόχρυσος[1] < ὅλος + ουσιαστικό χρυσός + κατάληξη -ος. Συγχρονικά αναλύεται σε ολό- + επίθετο χρυσός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔˈlɔ.xɾi.sɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ολόχρυσος

  1. που είναι φτιαγμένος ολόκληρος από χρυσό
    φορούσε ένα ολόχρυσο ρολόι
  2. (χρώμα) με έντονο χρυσαφί χρώμα
    τα μαλλάκια του παιδιού είναι ολόχρυσα
    συνώνυμα: κατάχρυσος
  3. (μεταφορικά) γεμάτος καλοσύνη
    έχει ολόχρυση καρδιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία