Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ(ɹ)/

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

or (en)



Βασκικά (eu) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

or (eu)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. or (oυσιαστικό) < λατινική aurum
  2. or (σύνδεσμος) < παλαιά γαλλική ore («τώρα») < λατινική hāc hōrā, «αυτήν την ώρα». Χρησιμοποιείται ως σύνδεσμος από τον 12ο αιώνα.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔʁ/
or 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
or ors

or (fr) αρσενικό

  1. ο χρυσός, το χρυσάφι
  2. (μεταφορικά) ο πλούτος, ο « χρυσός »
    l'or blanc - το χιόνι για τις χιονοδρομικές εγκαταστάσεις
    l'or noir - ο μαύρος χρυσός (το πετρέλαιο)
    l'or rouge - η ηλιακή ενέργεια
    l'or vert - ο πλούτος που προέρχεται από τη γεωργία ή από την πώληση καλλιεργήσιμων εδαφών
  3. (εραλδική) ένα από τα δύο εραλδικά χρώματα που παριστάνεται συμβατικά με τελείες

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

or (fr)

  1. και όμως, ε λοιπόν