Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλιεργήσιμος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καλλιεργήσιμος

  1. που μπορεί να καλλιεργηθεί


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία