Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ολοκλήρωμα ολοκληρώματα
γενική ολοκληρώματος ολοκληρωμάτων
αιτιατική ολοκλήρωμα ολοκληρώματα
κλητική ολοκλήρωμα ολοκληρώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολοκλήρωμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ολοκλήρωμα ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) Ολοκλήρωμα είναι ο τύπος μέτρησης χωρίου που ορίζει μια συνάρτηση.
  2. (μαθηματικά) αόριστο ολοκλήρωμα η αντιπαράγωγος, δηλαδή ο τύπος που υπολογίζει μια συνάρτηση, αν δοθεί η παράγωγός της
  3. (μαθηματικά)(αυστηρός ορισμός) Έστω μια συνάρτηση, μια διαμέριση αυτής στο υποσύνολο Α του πεδίου ορισμού της με λεπτότητα λ (δηλαδή το μέτρο του μεγαλύτερου στοιχίου της διαμέρισης είναι λ). Σε κάθε στοιχείο της διαμέρισης αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένη διαδικασία, ανάλογα με το είδος τον τρόπο υπολογισμού του ολοκληρώματος, το αποτέλεσμα της μέτρησης του χωρίου. Έστω το άθροισμα όλων μετρήσεων Σ. Το όριο του Σ τείνοντος του λ στο 0 είναι το ολοκλήρωμα της συνάρτησης στο Α.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία