αόριστο ολοκλήρωμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αόριστο ολοκλήρωμα < αόριστο + ολοκλήρωμα

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

αόριστο ολοκλήρωμα ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία