Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ολοκληρωτικός ολοκληρωτική ολοκληρωτικό
γενική ολοκληρωτικού ολοκληρωτικής ολοκληρωτικού
αιτιατική ολοκληρωτικό ολοκληρωτική ολοκληρωτικό
κλητική ολοκληρωτικέ ολοκληρωτική ολοκληρωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ολοκληρωτικοί ολοκληρωτικές ολοκληρωτικά
γενική ολοκληρωτικών ολοκληρωτικών ολοκληρωτικών
αιτιατική ολοκληρωτικούς ολοκληρωτικές ολοκληρωτικά
κλητική ολοκληρωτικοί ολοκληρωτικές ολοκληρωτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολοκληρωτικός < ολοκληρώνω + -τικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.lɔ.kli.ɾɔ.ti.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ολοκληρωτικός, -ή, -ό

  1. που αφορά κάτι στο σύνολό του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία