γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
σῠνᾰπᾰντ-
ονομαστική συνάπᾱς συνάπᾱσ τὸ συνάπᾰν
      γενική τοῦ συνάπᾰντος τῆς συναπᾱ́σης τοῦ συνάπᾰντος
      δοτική τῷ συνάπᾰντ τῇ συναπᾱ́σ τῷ συνάπᾰντ
    αιτιατική τὸν συνάπᾰντ τὴν συνάπᾱσᾰν τὸ συνάπᾰν
     κλητική ! συνάπᾱς συνάπᾱσ συνάπᾰν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ συνάπᾰντες αἱ συνάπᾱσαι τὰ συνάπᾰντ
      γενική τῶν συναπᾰ́ντων τῶν συναπᾱσῶν τῶν συναπᾰ́ντων
      δοτική τοῖς συνάπᾱσῐ(ν) ταῖς συναπᾱ́σαις τοῖς συνάπᾱσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς συνάπᾰντᾰς τὰς συναπᾱ́σᾱς τὰ συνάπᾰντ
     κλητική ! συνάπᾰντες συνάπᾱσαι συνάπᾰντ
Κλίνεται κατά τη μετοχή «λύσας».
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
Χωρίς δυϊκό αριθμό.
Εκφέρεται με ή χωρίς άρθρα.
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'σύμπας' όπως «σύμπας» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
συνάπας < συν- + ἅπας

  Επίθετο

επεξεργασία

συνάπας

Συγγενικά

επεξεργασία