Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

παράξενο

  1. παράξενος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του παράξενος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού