Δείτε επίσης: sentience

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sentence (en)

  1. πρόταση (μια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά από λέξεις)
  2. η καταδίκη
     συνώνυμα: conviction
  3. η ποινή στην οποία κάποιος καταδικάζεται
    death sentence - θανατική ποινή
  4. (παρωχημένο) η απόφαση ενός δικαστηρίου
     συνώνυμα: verdict
  5. το μότο

  ΡήμαΕπεξεργασία

sentence (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sɑ̃.tɑ̃s/
sentence 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
sentence sentences

sentence (fr) θηλυκό

  1. η δικαστική απόφαση
     συνώνυμα: arrêt, décret, jugement, verdict
  2. η κρίση, η γνώμη
  3. (παρωχημένο) σκέψη (που σχετίζεται συνήθως με την ηθική) που εκφράζεται κατά δογματικό και λόγιο τρόπο
     συνώνυμα: adage, aphorisme, apophtegme, maxime

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία