Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέντωμα τεντώματα
γενική τεντώματος τεντωμάτων
αιτιατική τέντωμα τεντώματα
κλητική τέντωμα τεντώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέντωμα < τεντώνω + -μα < μεσαιωνική ελληνική τεντώνω < τέντα < λατινική tenta, θηλυκό του tentus < tendo < πρωτοϊταλικά *tendō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ten- (τείνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtεn.dɔ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέντωμα ουδέτερο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία