Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ομοιόπτωτος η ομοιόπτωτη το ομοιόπτωτο
      γενική του ομοιόπτωτου της ομοιόπτωτης του ομοιόπτωτου
    αιτιατική τον ομοιόπτωτο την ομοιόπτωτη το ομοιόπτωτο
     κλητική ομοιόπτωτε ομοιόπτωτη ομοιόπτωτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ομοιόπτωτοι οι ομοιόπτωτες τα ομοιόπτωτα
      γενική των ομοιόπτωτων των ομοιόπτωτων των ομοιόπτωτων
    αιτιατική τους ομοιόπτωτους τις ομοιόπτωτες τα ομοιόπτωτα
     κλητική ομοιόπτωτοι ομοιόπτωτες ομοιόπτωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομοιόπτωτος < όμοιος + πτώση

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ομοιόπτωτος, -η, -ο

  1. (γραμματική) που βρίσκεται στην ίδια γραμματική πτώση με άλλη λέξη
    οι ομοιόπτωτοι ονοματικοί προσδιορισμοί είναι η παράθεση, η επεξήγηση, ο επιθετικός και ο κατηγορηματικός προσδιορισμός

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία