Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ετερόπτωτος η ετερόπτωτη το ετερόπτωτο
      γενική του ετερόπτωτου της ετερόπτωτης του ετερόπτωτου
    αιτιατική τον ετερόπτωτο την ετερόπτωτη το ετερόπτωτο
     κλητική ετερόπτωτε ετερόπτωτη ετερόπτωτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ετερόπτωτοι οι ετερόπτωτες τα ετερόπτωτα
      γενική των ετερόπτωτων των ετερόπτωτων των ετερόπτωτων
    αιτιατική τους ετερόπτωτους τις ετερόπτωτες τα ετερόπτωτα
     κλητική ετερόπτωτοι ετερόπτωτες ετερόπτωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ετερόπτωτος < έτερος + πτώση

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ετερόπτωτος, -η, -ο

  1. (γραμματική): αυτός που συντάσσεται με άλλον σε άλλη πτώση.
    οι ετερόπτωτοι ονοματικοί προσδιορισμοί εκφέρονται με πλάγιες πτώσεις.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία