Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

liabilities (en)

  1. πληθυντικός αριθμός του liability
  2. ποσό χρημάτων που επίσημα και κατόπιον διαδικασιών οφείλει κάποιος σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο
  3. (λογιστική) το παθητικό (το δεξιό σκέλος ενός ισολογισμού)
     αντώνυμα: assets