Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

assets (en)

  1. πληθυντικός αριθμός του asset
  2. (λογιστική) το ενεργητικό (το αριστερό σκέλος ενός ισολογισμού)
    His assets are much greater than his liabilities.
     αντώνυμα: liabilities
  3. (νομικός όρος) περιουσία που περιέρχεται σε έναν κληρονόμο ή εκτελεστή διαθήκης και είναι αρκετή για να πληρωθούν τα χρέη του αποβιώσαντος
  4. οποιαδήποτε αγαθά ή περιουσία είναι ικανά να αποπληρώσουν τα χρέη και τις υποχρεώσεις ενός ανθρώπου που χρεωκόπησε ή απεβίωσε