Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ενεργητικό τα ενεργητικά
      γενική του ενεργητικού των ενεργητικών
    αιτιατική το ενεργητικό τα ενεργητικά
     κλητική ενεργητικό ενεργητικά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενεργητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ενεργητικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενεργητικό ουδέτερο

  1. η συνολική αξία της περιουσίας και των απαιτήσεων μιας επιχείρησης σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις της, το παθητικό
  2. όλες οι αρετές και θετικές ενέργειες κάποιου που του δίνουν αξία στα μάτια των άλλων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ενεργητικό