Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταπίπτω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταπίπτω (δημωδώς: μεταπέφτω)

  1. υπόκειμαι μετάπτωσης, μου συμβαίνει μετάπτωση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία