Άνοιγμα κυρίου μενού

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική biernik bierniki
γενική biernika bierników
δοτική biernikowi biernikom
αιτιατική biernik bierniki
οργανική biernikiem biernikami
τοπική bierniku biernikach
κλητική bierniku bierniki


  ΠροφοράΕπεξεργασία

biernik 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

biernik (pl) αρσενικό

  1. (γραμματική) η αιτιατική

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία