Άνοιγμα κυρίου μενού

Ισλανδικά (is) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

nefnifall (is) < nefna (ονομάζω, αναφέρω) + fall (πτώση)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nefnifall (is)

  1. η πτώση της ονομαστικής