Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τζούφιος η τζούφια το τζούφιο
      γενική του τζούφιου της τζούφιας του τζούφιου
    αιτιατική τον τζούφιο την τζούφια το τζούφιο
     κλητική τζούφιε τζούφια τζούφιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τζούφιοι οι τζούφιες τα τζούφια
      γενική των τζούφιων των τζούφιων των τζούφιων
    αιτιατική τους τζούφιους τις τζούφιες τα τζούφια
     κλητική τζούφιοι τζούφιες τζούφια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τζούφιος < ζούφιος < μεσαιωνική ελληνική ζοφός < αρχαία ελληνική σομφός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈd͡zu.fços/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τζούφιος, -α, -ο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία