Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαπούνι σαπούνια
γενική σαπουνιού σαπουνιών
αιτιατική σαπούνι σαπούνια
κλητική σαπούνι σαπούνια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαπούνι < ελληνιστική κοινή σαπώνιον < σάπων < λατινική sapo
 
μία πλάκα σαπούνι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαπούνι ουδέτερο

  1. οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται για το πλύσιμο είτε σε στερεή μορφή, σε πλάκες, είτε σε υγρή


  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία