Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάπων < αρχαία ελληνική σάπων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάπων αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σάπων σάπωνε σάπωνες
Γενική σάπωνος σαπώνοιν σαπώνων
Δοτική σάπωνι σαπώνοιν σάπωσι(ν)
Αιτιατική σάπωνα σάπωνε σάπωνας
Κλητική σάπων σάπωνε σάπωνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάπων < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάπων αρσενικό

  • σαπούνι
    ἔστι δὲ δήπου καὶ ὁ σάπων ὀνομαζόμενος ἐν τοῖς μάλιστα ῥύπτειν δυναμένοις. (Γαληνός, Θεραπευτικῆς μεθόδου, Βιβλίον Α, 10, 569, 13)