Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεκαθαρίζω < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή ἐκκαθαρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεκαθαρίζω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι να είναι καθαρό, λύνω τις απορίες και διαλύω τις αμφιβολίες και τις παρανοήσεις σχετικά με αυτό, αποσαφηνίζω
    δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις αφού στο ξεκαθάρισα ότι δεν πρόκειται να συμφωνήσω σε αυτό που ζητάς
    θα πάμε στα δικαστήρια για να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση με τα κληρονομικά μας
  2. (αμετάβατο) (για πράγματα) γίνομαι καθαρός, δεν αφήνω περιθώρια για αμφιβολίες, αποσαφηνίζομαι
    μετά τη δίκη ξεκαθάρισε η κατάσταση επιτέλους
  3. κρατάω από ένα σύνολο πραγμάτων μόνο αυτά που χρησιμεύουν και πετάω τα υπόλοιπα
    θα ξεκαθαρίσω σήμερα τα παλιά CD μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία