Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλαίω < αρχαία ελληνική κλαίω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kel- ή * klau-

  ΡήμαΕπεξεργασία

κλαίω (παθητική φωνή: κλαίγομαι)

  1. τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών!)
    Μου ερχόταν να κλάψω από απελπισία. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. στενοχωριέμαι
  3. (παθητική φωνή) κλαίγομαι: παραπονιέμαι συνεχώς, ενίοτε χωρίς σοβαρό λόγο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βαράτε (τραβάτε) με κι ας κλαίω
  • βάζω τη σκούπα (γάτα) μου να κλαίει
  • θα κλάψουν μανούλες
  • κλαίνε οι χήρες, κλαίνε και οι παντρεμένες;
  • κλαίω και οδύρομαι
  • κλαίω με μαύρο δάκρυ
  • κλαίει τη μοίρα του
  • κλάφ’ τα, Χαράλαμπε
  • να τον κλαίνε οι ρέγγες
  • ούτε κλαίει ούτε γελάει

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία