Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ινδοευρωπαϊκός η ινδοευρωπαϊκή το ινδοευρωπαϊκό
      γενική του ινδοευρωπαϊκού της ινδοευρωπαϊκής του ινδοευρωπαϊκού
    αιτιατική τον ινδοευρωπαϊκό την ινδοευρωπαϊκή το ινδοευρωπαϊκό
     κλητική ινδοευρωπαϊκέ ινδοευρωπαϊκή ινδοευρωπαϊκό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ινδοευρωπαϊκοί οι ινδοευρωπαϊκές τα ινδοευρωπαϊκά
      γενική των ινδοευρωπαϊκών των ινδοευρωπαϊκών των ινδοευρωπαϊκών
    αιτιατική τους ινδοευρωπαϊκούς τις ινδοευρωπαϊκές τα ινδοευρωπαϊκά
     κλητική ινδοευρωπαϊκοί ινδοευρωπαϊκές ινδοευρωπαϊκά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ινδοευρωπαϊκός < ινδο- + ευρωπαϊκός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική indo-européen ή από την αγγλική Indo-European) [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /in.ðo.e.vɾo.pa.iˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ιν‐δο‐ευ‐ρω‐πα‐ϊ‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ινδοευρωπαϊκός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία