Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ινδοευρωπαϊκός ινδοευρωπαϊκή ινδοευρωπαϊκό
γενική ινδοευρωπαϊκού ινδοευρωπαϊκής ινδοευρωπαϊκού
αιτιατική ινδοευρωπαϊκό ινδοευρωπαϊκή ινδοευρωπαϊκό
κλητική ινδοευρωπαϊκέ ινδοευρωπαϊκή ινδοευρωπαϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ινδοευρωπαϊκοί ινδοευρωπαϊκές ινδοευρωπαϊκά
γενική ινδοευρωπαϊκών ινδοευρωπαϊκών ινδοευρωπαϊκών
αιτιατική ινδοευρωπαϊκούς ινδοευρωπαϊκές ινδοευρωπαϊκά
κλητική ινδοευρωπαϊκοί ινδοευρωπαϊκές ινδοευρωπαϊκά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ινδοευρωπαϊκός < ινδο- + ευρωπαϊκός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική indo-européen ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Indo-European)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /in.ðɔ.ε.vɾɔ.pa.i.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ινδοευρωπαϊκός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία