Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπουδή οι σπουδές
      γενική της σπουδής των σπουδών
    αιτιατική τη σπουδή τις σπουδές
     κλητική σπουδή σπουδές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπουδή < αρχαία ελληνική σπουδή < σπεύδω (1-4. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική étude και λατινική studium)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /spu.ˈði/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπουδή θηλυκό

  1. η ενέργεια του σπουδάζω, η μελέτη, η σοβαρή ενασχόληση με ένα αντικείμενο
  2. (στον πληθυντικό) η φοίτηση σε ένα σχολείο ή πανεπιστήμιο
  3. προσχέδιο ζωγραφικού έργου
  4. (μουσική) μουσικό έργο που μιμείται κάτι ή χρησιμοποιείται για διδασκαλία
  5. η βιασύνη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σπουδή σπουδά σπουδαί
Γενική σπουδῆς σπουδαῖν σπουδῶν
Δοτική σπουδ σπουδαῖν σπουδαῖς
Αιτιατική σπουδήν σπουδά σπουδάς
Κλητική σπουδή σπουδά σπουδαί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπουδή < σπεύδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *speud- (σπουδή, βιασύνη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπουδή θηλυκό

  1. η ενέργεια του σπεύδω, η ταχύτητα, η γρηγοράδα