Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπουδή οι σπουδές
      γενική της σπουδής των σπουδών
    αιτιατική τη σπουδή τις σπουδές
     κλητική σπουδή σπουδές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπουδή < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική σπουδή < σπεύδω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική étude και λατινική studium)
για τη σημασία «βιασύνη» < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική σπουδή[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /spuˈði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπου‐δή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπουδή θηλυκό

  1. η ενέργεια του σπουδάζω, η μελέτη, η σοβαρή ενασχόληση με ένα αντικείμενο
  2. (στον πληθυντικό) η φοίτηση σε ένα σχολείο ή πανεπιστήμιο
  3. προσχέδιο ζωγραφικού έργου
  4. (μουσική) μουσικό έργο που μιμείται κάτι ή χρησιμοποιείται για διδασκαλία
  5. λόγιο ή λαϊκότροπο η βιασύνη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σπουδή σπουδά σπουδαί
Γενική σπουδῆς σπουδαῖν σπουδῶν
Δοτική σπουδ σπουδαῖν σπουδαῖς
Αιτιατική σπουδήν σπουδά σπουδάς
Κλητική σπουδή σπουδά σπουδαί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπουδή < (σπεύδω) μεταπτωτική βαθμίδα σπουδ- + < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *speud- (σπουδή, βιασύνη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπουδή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία