Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φοίτηση < αρχαία ελληνική φοίτησις < φοιτέω και φοιτάω-φοιτῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φοίτηση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία