Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκλήθρα οι σκλήθρες
      γενική της σκλήθρας των σκληθρών
    αιτιατική τη σκλήθρα τις σκλήθρες
     κλητική σκλήθρα σκλήθρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκλήθρα < → λείπει η ετυμολογία
 
σκλήθρες την άνοιξη
 
τα άνθη μιας σκλήθρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκλήθρα θηλυκό

  1. (βοτανική) φυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο, του γένους Alnus, με ωοειδή ή ελλειπτικά οδοντωτά φύλλα και με μικρά πράσινα άνθη που σχηματίζουν ίουλους
  2. μικρό μυτερό κομματάκι ξύλου

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία