Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νογάω < πιθανόν μεσαιωνικό νογῶ + -άω < αρχαία ελληνική νοῶ, συνηρημένου τύπυ του νοέω με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικούγ⟩ για αποφυγή της χασμωδίας

  ΡήμαΕπεξεργασία

νογάω, πρτ.: νογούσα (χωρίς παθητική φωνή)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία