Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβαράρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική varare (καθελκύω πλοίο)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αβαράρω

  • απομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο, ή από επικίνδυνο σημείο, «αβαράρισε να μην πέσουμε στην ξέρα!»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία