Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάρα < αβαράρω

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

αβάρα

  • κοινό ναυτικό κέλευσμα που συνήθως δίδεται από τον «λέμβαρχο» προς τον «πρόκωπο» της λέμβου ή τον κυβερνήτη μικρού περιπολικού σκάφους προς τον ναύτη της πλώρης για την αποφυγή σύγκρουσης με εμπόδιο, βράχο ή άλλο σκάφος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Τσακωνικά (tsd)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάρα < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈva.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐βά‐ρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβάρα αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Κωστάκης, Θανάσης Π. Λεξικό της τσακωνικής διαλέκτου. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών, τόμοι Α', Β' 1986, τόμος Γ' 1987)