Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβασκαίνω < α- προτακτικό + βασκαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αβασκαίνω

  1. βασκαίνω, ματιάζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία