Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάσκαμα < αβασκαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβάσκαμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία