Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάσκαμα < βασκαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάσκαμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του βασκαίνω, το μάτιασμα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία