Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασκαίνω < αρχαία ελληνική βασκαίνω < βάσκανος

  ΡήμαΕπεξεργασία

βασκαίνω

  1. ματιάζω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • φτου, να μη σε βασκάνω / φτου να μη βασκαθείς: τυπική έκφραση που λέγεται όταν θέλουμε να επαινέσουμε κάποιον και τον φτύνουμε για να μην τον ματιάσουμε με τα καλά μας λόγια· λέγεται επίσης ειρωνικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία