Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αβάσκαντος αβάσκαντη αβάσκαντο
γενική αβάσκαντου αβάσκαντης αβάσκαντου
αιτιατική αβάσκαντο αβάσκαντη αβάσκαντο
κλητική αβάσκαντε αβάσκαντη αβάσκαντο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβάσκαντοι αβάσκαντες αβάσκαντα
γενική αβάσκαντων αβάσκαντων αβάσκαντων
αιτιατική αβάσκαντους αβάσκαντες αβάσκαντα
κλητική αβάσκαντοι αβάσκαντες αβάσκαντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάσκαντος < ελληνιστική κοινή ἀβάσκαντος < ἀ- + βασκαίνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβάσκαντος, -η, -ο

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία