Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβασκαντήρα < βασκαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβασκαντήρα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία