Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουράγιο κουράγια
γενική κουράγιου κουράγιων
αιτιατική κουράγιο κουράγια
κλητική κουράγιο κουράγια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουράγιο < ιταλική coraggio (θάρρος, αντοχή) < παλαιά οξιτανική γλώσσα coratge < παλαιά γαλλική corage < δημώδης λατινική *coraticum < λατινική cor (καρδιά) < πρωτοϊταλική *kord < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱḗr- / *ḱr̥d- (καρδιά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουράγιο ουδέτερο

  1. το θάρρος
  2. η σωματική και ψυχική αντοχή που χρειάζεται για να συνεχίσεις μια επίπονη προσπάθεια
    περπάτησα τέσσερις ώρες με ρυθμό, αλλά τώρα δεν έχω άλλο κουράγιο για να συνεχίσω την πορεία
    • δούλεψε σαν το σκυλί σ' όλη του τη ζωή και ακόμα και τώρα δεν τον έχουν αφήσει τα κουράγια του
    • μη χάνεις το κουράγιο σου: μη λιποψυχάς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία