Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τζουτζές οι τζουτζέδες
      γενική του τζουτζέ των τζουτζέδων
    αιτιατική τον τζουτζέ τους τζουτζέδες
     κλητική τζουτζέ τζουτζέδες
όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τζουτζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική cüce ("νάνος") < περσική جوجه (cūca, "κοτοπουλάκι")

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τζουτζές αρσενικό

  1. γελωτοποιός
  2. (συνεκδοχικά) άνθρωπος που δεν είναι σοβαρός, ο γελοίος
    μ' έχει βάλει στο μάτι αυτός ο τζουτζές στη γραμματεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία