Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γελωτοποιός οι γελωτοποιοί
      γενική του γελωτοποιού των γελωτοποιών
    αιτιατική τον γελωτοποιό τους γελωτοποιούς
     κλητική γελωτοποιέ γελωτοποιοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γελωτοποιός < αρχαία ελληνική < γέλως + ποιῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γελωτοποιός αρσενικό

  1. κωμικός που διασκέδαζε τη βασιλική αυλή
  2. ο κλόουν
  3. αυτός που κάνει τους άλλους να γελούν
    είναι ο γελωτοποιός της παρέας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία