Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαρύτονος οι βαρύτονοι
      γενική του βαρυτόνου
& βαρύτονου
των βαρυτόνων
& βαρύτονων
    αιτιατική τον βαρύτονο τους βαρυτόνους
& βαρύτονους
     κλητική βαρύτονε βαρύτονοι
όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρύτονος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαρύτονος

  1. (γραμματική) που δεν τονίζεται στη λήγουσα: Tα βαρύτονα ονόματα τονίζονται στην παραλήγουσα ή στην προπαραλήγουσα.
  2. (μουσική, τραγούδι) → δείτε  ουσιαστικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαρύτονος οι βαρύτονοι
      γενική του βαρύτονου των βαρύτονων
    αιτιατική τον βαρύτονο τους βαρύτονους
     κλητική βαρύτονε βαρύτονοι
όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

βαρύτονος αρσενικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

τραγούδι - φωνές:

πολυφωνία, οργανολογία - φωνές:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία