Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άλτο
(γενικά, για φωνή) < απροσάρμοστο δάνειο από την ιταλική alto (ψηλός) < λατινικά altus
(το όργανο βιόλα) < γαλλική alto

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈal.tɔ/
συλλαβισμός: άλ‐το

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άλτο άκλιτο (ως πρώτο μέλος πολυλεκτικού ουσιαστικού)

  • (μουσική)
    1. (για ανθρώπινη φωνή) η πιο χαμηλή από τις γυναικείες φωνές μιας χορωδίας
      δείτε και τη λέξη κοντράλτο
    2. (για μουσικά όργανα) από την οικογένεια ενός οργάνου, εκείνο που καλύπτει την έκταση της φωνής άλτο
      το άλτο φλάουτο ηχεί σε σολ, όχι σε ντο

σημείωσηΕπεξεργασία

  • επίθετο από τα ιταλικά που παραμένει άκλιτο (ενώ το μπάσος κλίνεται).
    ο άλτο ήχος, η άλτο φωνή, το άλτο κόρνο, τα άλτο φλάουτα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Σημειώνεται με χρώμα η έκταση της άλτο.

άλτο θηλυκό άκλιτο

  1. (για πολυφωνική μουσική) η δεύτερη ψηλότερη φωνή από τις τέσσσερις (σοπράνο - άλτο - τενόρος - μπάσος SATB)
    διεθνής συντομογραφία: A
  2. (μουσική σημειογραφία) το μουσικό κλειδί του ντο με το κεντρικό ντο (C4)) να γράφεται στην τρίτη γραμμή του πενταγράμμου
     
    Κλειδί του ντο (C) της άλτο.
    δίνω εξετάσεις σολφέζ σε δύο κλειδιά του ντο: και άλτο, και τενόρο
    δείτε  το κλειδί της κοντράλτο
  3. (μουσικό όργανο, γαλλισμός) συνώνυμο του βιόλα
    παράγωγα: ο αλτίστας (βιολίστας), η αλτίστα (βιολίστα)
    δείτε την ιταλική λέξη  viola

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

τραγούδι - φωνές:

πολυφωνία, οργανολογία - φωνές:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία