Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ντο < do

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντο ουδέτερο άκλιτο

  • μουσική νότα, C (στην ηλεκτρονική μουσική και σε ελληνικό κείμενο), το όνομα της νότας ντο προήλθε από λατινικό χριστιανικό ύμνο

οι δώδεκα φθόγγοι / η χρωματική κλίμακα στο ευρωπαϊκό μουσικό σύστημα (τα ονόματά τους επαναλαμβάνονται οκταβικά)Επεξεργασία

τα μουσικά διαστήματα μι-φα και σι-ντο είναι φυσικά ημιτόνια,
σε άταστα όργανα είναι προσβάσιμα και υποημιτόνια (μικρότερα διαστήματα)
οι υφέσεις στο ευρωπαϊκό συγκερασμένο σύστημα (προκαθορισμένες συχνότητες) ορίζονται αντίστροφα
πχ. ντο# = ρε♭
(το βιολί αποδίδει όλα τα ενδιάμεσα μικροδιαστήματα)

ντο ή C ντο# ή C# ρε ή D ρε# ή D# μι ή E φα ή F φα# ή F# σολ ή G σολ# ή G# λα ή A λα# ή A# σι ή B

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • πιάσε ντο γιατί ... τάδε (θα φας φάπα, δεν θα τα πάμε καλά κτλ.): μην με καλείς με "ρε", μίλα κόσμια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία